Toυ Μιχαήλ Ζουμπουλάκη

Ο κ. Μιχάλης Ζουμπουλάκης είναι Καθηγητής του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας

Ο κ. Μιχάλης Ζουμπουλάκης είναι Καθηγητής του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας

«Αντιμετωπίζουμε τη χειρότερη παγκόσμια συγκυρία μετά το Β’ ΠΠ. Οι κυβερνήτες των χωρών μιλούν για «πόλεμο». Θα τολμούσε κανείς να προτάξει τις οικονομικές αναλύσεις περί των επιπτώσεων στην παραγωγή και την κατανάλωση εν μέσω πολεμικών συνθηκών; Μας νοιάζει τώρα πόσα θα χάσουμε, ή τι πρέπει να κάνουμε για να βγούμε ζωντανοί και νικητές;»

Ζούμε καιρούς παγκόσμιας κρίσης με ενδεχόμενες μεγαλύτερες συνέπειες για την οικονομία από την χρηματοπιστωτική κρίση του 2007-08. Λέω ενδεχόμενες γιατί το βασικό πρόβλημα σήμερα (26/3/20) είναι ότι η κρίση συνεχίζεται, πράγμα που σημαίνει ότι οποιαδήποτε πρόβλεψη στηρίζεται σε υποδείγματα που χρησιμοποιούν υποθετικά σενάρια για την ποσοτική εκτίμηση της εξέλιξης των μακροοικονομικών μεγεθών.

Γιατί είναι χειρότερα αυτή τη φορά; Για δύο λόγους, πρώτον γιατί αυτή είναι μια εξωγενής κρίση που δεν προέρχεται από την οικονομία, όπως το 2007. Συνεπώς, οι οικονομολόγοι δεν έχουν λύσεις να προτείνουν για τη θεραπεία του προβλήματος. Μπορούν μόνο μέτρα ανακούφισης των συνεπειών της κρίσης να σκεφτούν, για τα πιο αδύναμα μέλη της κοινωνίας, κυριολεκτικά «ασπιρίνες» για μια νόσο που δεν θεραπεύεται ακόμα. Δεύτερον, αυτή την φορά είναι κυριολεκτικά παγκόσμια. Ως οικονομική κρίση ξεκίνησε από την Κίνα, επεκτάθηκε στις γειτονικές χώρες, ταξίδεψε γρήγορα στην καρδιά της Ευρώπης και ταυτόχρονα σε όλον τον πλανήτη. Σήμερα ο κορωνοιός πλήττει 197 χώρες (4 παραπάνω από όσες είναι στον ΟΗΕ) δημιουργώντας σε όλους οικονομικά προβλήματα. Στην κρίση του 2007 αντίθετα, οι φτωχές χώρες του αναπτυσσόμενου κόσμου είχαν μικρές απώλειες γιατί δεν ήταν εκτεθειμένες στα διεθνή χρηματοπιστωτικά προϊόντα (τα τοξικά ομόλογα) ούτε είχαν δυσθεώρητο δημόσιο χρέος (πχ. Ελλάδα).

Ποιοι είναι οι οικονομικοί τομείς που υποφέρουν περισσότερο; Καταρχήν όλοι όσοι σχετίζονται με τις διεθνείς συναλλαγές: τουρισμός και συναφή επαγγέλματα (εστίαση, ξενοδοχεία, μουσεία, θεματικά πάρκα), αεροπορικές-ακτοπλοϊκές-κρουαζιέρες, βιομηχανία (λόγω εισαγόμενων πρώτων υλών και ενδιάμεσων αγαθών), και μεταφορικές εταιρείες (λόγω μείωσης του εμπορίου). Ο εξαγωγικός τομέας της γεωργίας αντίθετα (ανάλογα με το προϊόν) πλήττεται λιγότερο στο βαθμό που μπορεί ένα μέρος της παραγωγής να το κατευθύνει στην εσωτερική αγορά. Εν συνεχεία, όλοι οι τομείς της εσωτερικής αγοράς που υφίστανται τις συνέπειες των περιοριστικών μέτρων της κυκλοφορίας, δηλαδή οι πάντες πλην των καταστημάτων τροφίμων, των φαρμακείων και των ταχυμεταφορών που μπορεί να δουν τους τζίρους τους να μεγαλώνουν. Επειδή οι αρνητικές συνέπειες αφορούν τόσο την πλευρά της προσφοράς (μείωση βιομηχανικής παραγωγής λόγω διαταραχών στις παγκόσμιες αλυσίδες παραγωγής) όσο και την πλευρά της ζήτησης (οι έχοντες λιγότερα εισοδήματα θα καταναλώσουν αναγκαστικά λιγότερο), τα φορολογικά έσοδα θα είναι μικρότερα όχι μόνο για τον ΦΠΑ αλλά και για το εισόδημα αφού τα έσοδα και τα κέρδη εντός του 2020 θα είναι λιγότερα.

Τι να κάνουμε; Οι κυβερνήσεις οφείλουν (και ήδη το κάνουν) να στηρίξουν τους κλάδους που πλήττονται περισσότερο, τους εργαζόμενους σε αυτούς τους κλάδους και ταυτόχρονα να δαπανήσουν περισσότερα για να καλύψουν επείγουσες ανάγκες νοσηλευτικού υλικού, εξοπλισμού, φαρμάκων κλπ.. Από τη μια μειώνουν τις εισπράξεις εσόδων (λόγω αναστολής δραστηριοτήτων) και από την άλλη πολλαπλασιάζουν τα έξοδα για να στηρίξουν όσους πλήττονται. Το αποτέλεσμα της εξίσωσης για φέτος θα γράψει πρωτογενές έλλειμμα, αντί του προγραμματισμένου πλεονάσματος 3,5% του ΑΕΠ. Γι’αυτό και η Κυβέρνηση έσπευσε να ενημερώσει τους δανειστές. Αναμενόμενα δέχτηκαν χωρίς συζήτηση γιατί φέτος ολόκληρη η Ευρωζώνη θα έχει πρωτογενή δημόσια ελλείμματα με τα έκτακτα μέτρα που εξαγγέλθηκαν. Εξίσου αναμενόμενα ενέταξαν την Ελλάδα στους δικαιούχους άτοκων δανείων μέσα από το μηχανισμό ποσοτικής χαλάρωσης της ΕΚΤ, που τόσο καιρό λαχταρούσαμε. Ο μηχανισμός μετάδοσης είναι δοκιμασμένος, από την ΕΚΤ στην Κυβέρνηση και από εκεί στις τράπεζες, τις επιχειρήσεις και τους ιδιώτες. Έχει πολλές πιθανότητες αυτό το μέτρο να αποδώσει, γιατί οι κίνδυνοι να σπαταληθούν τα δανεικά σε άσκοπη κατανάλωση (δημόσια και ιδιωτική) είναι μικρός λόγω των τεράστιων προβλημάτων που δημιουργεί η κορωνοκρίση. Τα περισσότερα θα γίνουν δαπάνες υγείας και υποδομών και απευθείας στήριξη του εισοδήματος των καταναλωτών ώστε να μην καταρρεύσει η εσωτερική ζήτηση. Για να έχει νόημα όλο αυτό, πρέπει οι Έλληνες να περιορίσουν τις εισαγωγές, ώστε να μην διαρρεύσουν τα δανεικά σε άλλα μέρη.

Μέχρι πότε; Κανείς δεν ξέρει. Πόσο θα κοστίσει στην Ελληνική Οικονομία; Ας κάνουμε μια χονδροειδή εκτίμηση με βάση τις επιπτώσεις που διαφαίνονται ανά κλάδο. Το περσυνό αντίστοιχο πρώτο τρίμηνο η αξία της εθνικής μας παραγωγής ήταν 46,6 δις Ευρώ (εποχιακά διορθωμένα στοιχεία ΕΛΣΤΑΤ) ενώ το ετήσιο ΑΕΠ ήταν €187,5 δις. Βρισκόμαστε στο τέλος αυτού του τριμήνου και η ελληνική οικονομία υπολειτουργεί για δεκαπέντε μέρες περίπου. Κάποιοι κλάδοι παραγωγής έχουν πληγεί ελάχιστα: ο δημόσιος τομέας (17,5% του ΑΕΠ 2019), η ενέργεια, ύδρευση, διαχείριση απορριμμάτων κλπ. (13%), οι υπηρεσίες σχετιζόμενες με την αγορά ακινήτων (14%) ο πρωτογενής τομέας (3,7%), οι τηλεπικοινωνίες και οι χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες (από 3% έκαστος) και οι κατασκευές (2,3%). Εν ολίγοις περίπου το 57% της εθνικής μας παραγωγής έχει υποστεί μικρές μειώσεις. Κάποιοι άλλοι κλάδοι όπως τα ελεύθερα επαγγέλματα και οι υπηρεσίες ψυχαγωγίας κλπ (8,7%) θα υποστούν καταστροφικές μειώσεις. Αν εξαιρέσουμε τα έσοδα (πλην ΦΠΑ), το υπόλοιπο μέγεθος (22%) αφορά στο λιανικό εμπόριο κάθε είδους καθώς και στις υπηρεσίες εστίασης, συνεργεία, μεταφορές κλπ. Προφανώς θα υπάρξουν μειώσεις και εδώ, αλλού μεγάλες (εστίαση, συνεργεία, εμπορικά καταστήματα) και αλλού μικρές. Οι Έλληνες θα συνεχίσουν να καταναλώνουν (με φθίνοντα ρυθμό) υποκαθιστώντας ένα μέρος της καθημερινής τους δραστηριότητας μέσω του διαδικτύου.

Η «ερώτηση του ενός εκατομμυρίου» είναι λοιπόν πόσο θα διαρκέσει ο περιορισμός της λειτουργίας της οικονομίας. Παραδοσιακά το πρώτο τρίμηνο η ελληνική οικονομία, παράγει λιγότερο από το Β΄ και το Γ’ λόγω τουρισμού και των κλάδων που σχετίζονται με αυτόν. Αν θεωρήσουμε ότι θα χαθεί και ο Απρίλιος σημαίνει ότι το ετήσιο ΑΕΠ θα μειωθεί αυτές τις 45 μέρες (38 εργάσιμες, δηλ. το 12,5% των 304) με δυσανάλογες επιπτώσεις στους διάφορους κλάδους. Αν κάνουμε μια ηρωική υπόθεση και πούμε ότι το 29%, θα υποστεί μια μείωση 50% και το υπόλοιπο 61% μια μείωση 25% η μείωση στο ΑΕΠ θα ήταν €3,38 + €3,56 = €6,9 δις, δηλ. 3,7% το πολύ. Λέω «θα ήταν» αν δεν είχαν ληφθεί καθόλου μέτρα. Πόσο θα αποδώσουν; Ελπίζω τα μέγιστα.

Κλείνω με μια πολιτική σκέψη: αντιμετωπίζουμε τη χειρότερη παγκόσμια συγκυρία μετά το Β’ ΠΠ. Οι κυβερνήτες των χωρών μιλούν για «πόλεμο». Θα τολμούσε κανείς να προτάξει τις οικονομικές αναλύσεις περί των επιπτώσεων στην παραγωγή και την κατανάλωση εν μέσω πολεμικών συνθηκών; Μας νοιάζει τώρα πόσα θα χάσουμε, ή τι πρέπει να κάνουμε για να βγούμε ζωντανοί και νικητές; Εδώ που βρίσκομαι (σε αυστηρό κατ’οίκον περιορισμό εδώ και 10 μέρες) λένε “à la guerre comme à la guerre”. Όταν τελειώσει θα κάνουμε τους λογαριασμούς μας.

Πηγή: ENTΥΠΗ LARISSANET