Λυδία Κονιόρδου
Φωτογραφία: Παναγιώτη Μάλλιαρης

ΜΥΡΤΩ ΛΟΒΕΡΔΟΥ


Η Λυδία Κονιόρδου γεννήθηκε στα Εξάρχεια, μεγάλωσε στην Κηφισιά, όπου και κατοικεί. Ηθοποιός, κορυφαία τραγωδός, σκηνοθέτης, δασκάλα. Φέτος κάνει την έκπληξη: Παίζει στην «Γη της ελιάς», επιστρέφοντας στην τηλεόραση από το 1988…

«Γεννήθηκα στα Εξάρχεια, αλλά μετακομίσαμε στην Κηφισιά όταν ήμουν ενός έτους, στο διπλανό σπίτι από αυτό που μένω τώρα -ήταν της μάνας μου. Οι γονείς μου χώρισαν όταν ήμουν τριών, απομακρύνθηκαν. Δεν μεγάλωσα με τον μπαμπά μου, τον γνώρισα μεγάλη. Ζούσε στην Κρήτη. Η μητέρα μου είχε τη ζωή της εδώ, μ’ εμένα και την αδελφή μου, που είναι έξι χρόνια μεγαλύτερη.

Ήταν πολύ δύσκολα παιδικά χρόνια -και συναισθηματικά και πρακτικά και οικονομικά. Αυτό που μας στήριξε ήταν η αυτοθυσία της μάνας μου, η οποία αναπλήρωσε τα πάντα για να καλύψει τις ελλείψεις. Μου μάθαινε αγγλικά, πιάνο, μου μάθαινε τον κήπο. Ήταν πολύ καλλιεργημένη η μητέρα μου –δεν ζει πια. Είχε σπουδάσει νομικά αλλά δεν μπόρεσε ποτέ να δουλέψει. Ήταν παντρεμένη και οι παντρεμένες τότε δεν δούλευαν.ADVERTISING

Η μητέρα της μάνας μου ήταν Ρωσίδα και ο πατέρας της Σπετσιώτης –δούλευε στην Αγία Πετρούπολη και με την Επανάσταση ήρθαν στην Ελλάδα, σαν εμιγκρέδες, πρόσφυγες, το ΄19. Έχω ένα τέταρτο ρώσικο και άλλο ένα αρβανίτικο, το σπετσιώτικο. Η καταγωγή του πατέρα μου ήταν από τη Σκόπελο και η μάνα του Μικρασιάτισσα. Έχω τέσσερα διαφορετικά αίματα μέσα μου και τα νιώθω. Μ’ αρέσει που νιώθω το ταπεραμέντο το ρώσικο, το αρβανίτικο, το νησιώτικο, το γλεντζέδικο, αλλά και το εσωστρεφές, το μικρασιάτικο, την κουλτούρα, την ευγένεια.

Η γιαγιά μου η Ρωσίδα ήξερε πέντε γλώσσες, έπαιζε πιάνο. Είχε “ερωτευτεί” τον Μπέκετ. Επειδή δεν είχαν χρήματα να αγοράζουν βιβλία, είχε γραφτεί σε όλα τα ξένα ινστιτούτα και δανειζόταν βιβλία. Διάβαζε συνέχεια, ανοιχτό μυαλό, προοδευτικό. Εκείνη, όταν ήμουν μικρή μου έμαθε τον Ντοστογιέφσκι και μετά άρχισε να με μυεί στον Μπέκετ, είχε στους τοίχους κολλημένα πορτραίτα του. Ήταν πολύ ιδιαίτερη γυναίκα η γιαγιά μου.

Με τη μάνα μου ήμουν πολύ κοντά. Ανάμεσα στα βιβλία της βρήκα και ένα με τον τίτλο “Αντιεξουσιαστικός τρόπος διαπαιδαγώγησης των παιδιών” καθώς και σημειώσεις πάνω στο αρχαίο δράμα, που δεν μου το είχε πει ποτέ. Δεν ήθελε να ασχοληθώ με το θέατρο, το θεωρούσε συμφορά ότι θα είμαι με τους μποέμ. Ζούσαμε μαζί. Στα χέρια μου πέθανε. Το ίδιο βράδυ έπαιζα στη “Φόνισσα”».

Φωτογραφία: Παναγιώτης Μάλλιαρης

«Εγώ από το σχολείο στράφηκα προς το θέατρο. Πήγαινα στο Αρσάκειο. Ήμουν αθλήτρια, με πολλές δραστηριότητες, βόλεϊ, μπάσκετ, κυρίως βόλεϊ. Στην πρώτη Εθνική γυναικών που διαμορφώθηκε ήμουν στην πρώτη εξάδα.

Στο σχολείο, αυτό που μου έκρουσε μια χορδή μέσα μου, ήταν όταν μου έδωσε μια καθηγήτρια στο γυμνάσιο να πω ένα ποίημα του Διονυσίου Σολωμού -“Η Ελληνίδα μητέρα”. Όταν το διάβασα, συγκινήθηκα. Μετά έγινε σουξέ και με έβαζαν να το λέω σε εκδηλώσεις και εκδρομές κι όλοι έβαζαν τα κλάματα. Ένιωσα ότι κάτι συνέβαινε από εμένα προς το κοινό. Μετά, στο τέλος Γυμνασίου κάναμε την “Ιφιγένεια εν Ταύροις” και ήμουν η Κορυφαία του Χορού. Εκεί άκουσα τα αρχαία ελληνικά και τα ερωτεύτηκα. Είχα ήδη μια παιδεία μουσική και το δίλημμά μου ήταν θέατρο ή μουσική. Θέατρο με πρωτοπήγε η μάνα μου στα εννέα μου. Είδαμε τον Χορν στο Εθνικό, “Λορεντζάτσιο”. Το θυμάμαι σαν όραμα, είχα μείνει άναυδη. Μου είχε ανοίξει κάτι στην ψυχή μου.

Κανονικά μουσικός έπρεπε να είχα γίνει. Πήρα τη ζωή μου λάθος

Είχα καλό αφτί από μικρή –καθόμουν στο πιάνο, πριν μάθω. Κανονικά μουσικός έπρεπε να είχα γίνει. Πήρα τη ζωή μου λάθος. Μου άρεσε και η βιολογία, η μαγεία του DNA, όταν άρχισα να τα μαθαίνω όλα αυτά. Αλλά χρειάζονταν τα μαθηματικά κι εγώ ήμουν σκράπα. Στράφηκα λοιπόν σε πιο κλασικά πράγματα και στη μουσική που ήταν το προφανές μου ταλέντο, είχα το απόλυτο αφτί. Όχι, δεν το μετάνιωσα, αλλά θα ήταν άλλη η ζωή μου. Γιατί εγώ γένναγα μουσική, θα γινόμουν συνθέτης. Η μάνα μου δεν το κατάλαβε αυτό το ταλέντο. Αλλά δεν έπρεπε να ασχοληθώ μ’ αυτά τα μποέμ. “Θα πεθάνεις σαν τον Αττίκ” μου έλεγε. Αν και καλλιεργημένη, φοβόταν, μη χάσω τον δρόμο μου. Δεν είχα όμως και έναν εμπνευσμένο δάσκαλο. Όταν, μετά, πήγα μόνη μου σε έναν εμπνευσμένο δάσκαλο, τον Τουρνάιζεν, ήμουν πια μεγάλη. Ύστερα, θα δανειστώ μια φράση της Ντένε, από το “Ρίτερ, Ντένε, Φος”, “πήγα στο θέατρο γιατί ήθελα παρέα”. Μουσικός είναι μοναχικός δρόμος.

Μετά το σχολείο πήγα Πανεπιστήμιο, σπούδασα Γαλλική Φιλολογία. Ήταν χούντα. Είχαμε θεατρικό τμήμα. Κάναμε την “Ορέστεια” στα αρχαία ελληνικά.

Θυμάμαι, καθόμουν στην ουρά για να γραφτώ στο Πανεπιστήμιο και δίπλα είχε ένα καδράκι που έγραφε θεατρικό τμήμα και μουσικό. Εκεί κρίθηκε η ζωή μου. Σκέφτηκα ότι επειδή έχω κάνει μουσική, να δοκιμάσω κάτι άλλο. Και βέβαια συνδύασα την μουσική με το θέατρο γιατί το αρχαίο δράμα είναι μουσικό θέατρο. Αλλά πάντα λέω ότι, όταν μεγαλώσω θα αρχίσω να γράφω μουσική. Η μουσική είναι ένα κομμάτι μου που περιμένει να ικανοποιηθεί.

Οταν άρχισα να πηγαίνω μόνη μου ή με φίλες θέατρο, εκθέσεις, ρεσιτάλ, πήγαινα στο Τέχνης, όχι στο Εθνικό. Εγώ στον Κουν ήθελα να πάω. Δεν πήγα, γιατί ήμουν ψηλή και γεμάτη και έλεγα ότι δεν θα με πάρει –κι αν δεν με έπαιρνε ο Κουν, θα άφηνα το θέατρο. Οπότε, σκέφτηκα να πάω πρώτα στο Εθνικό, να αδυνατίσω, και μετά στο Τέχνης.

Όταν με άκουσε ο Κουν, μου είπε: “Εσύ μάλλον για τραγωδία κάνεις

Ήταν δύσκολα στη σχολή του Εθνικού –ακριβώς μετά τη Χούντα. Υπήρχε μια παλιά νοοτροπία, παρ’ ότι οι δάσκαλοι ήταν αξιόλογοι, ενώ η εποχή ζήταγε κάτι διαφορετικό, πιο φιλελεύθερο, πιο ανήσυχο. Ήταν το τέλος της εποχής του Μινωτή. Εγώ όλο αυτό το βρήκα στον δάσκαλό μου τον Στρατή τον Καρρά. Είχε έρθει από την Αμερική και έφερνε έναν καινούργιο αέρα. Επίσης ο Κώστας Στυλιάρης, ο Αλέξης Διαμαντόπουλος. Μου έλειπε, όμως, ο δάσκαλος στην υποκριτική. Γι’ αυτό, πήγα μετά να δουλέψω στον Κουν. Ήμουν τυχερή, γιατί ήθελε γυναίκες για τις “Τρωάδες” που έκανε με την Παΐζη. Με πήρε από οντισιόν. Μου είχε πει τότε ο Λαζάνης να ετοιμάσω κάτι κωμικό. Όταν με άκουσε ο Κουν, μου είπε: “Εσύ μάλλον για τραγωδία κάνεις, πες κάτι”. Μ΄ έπιασε πανικός, άρχισα να λέω ό,τι θυμόμουν, εκείνος συνεχώς μου ζητούσε και κάτι άλλο. Τελικά, με πήρε».

«Είχα μια ιδιαίτερη σχέση με τον Κουν. Και μόνον που ανέπνεε, εμένα μου έδινε πνοή και δουλειά για δύο ζωές. Ήμουν κρεμασμένη πάνω του. Σιγά-σιγά, από το βλέμμα του και μόνον καταλάβαινα τι ήθελε. Κι αυτό πιστεύω ότι τον ξεκούραζε. Επίσης είχα αυτό που ήθελε ο Κουν από τους ηθοποιούς του: Το στοιχείο ότι κάτι γεννιέται που δεν είναι προετοιμασμένο, το διονυσιακό πνεύμα, που λέω εγώ. Δεν άργησα να νιώσω εμπιστοσύνη. Με βοήθησε η Όλγα Παυλάτου -δούλευε τότε στον Κουν. “Όταν σε μαλώνει το κάνει για καλό σου, ενδιαφέρεται”, μου είχε πει. Κι έτσι, όταν συνέβαινε αυτό, εγώ χαιρόμουν, με αποτέλεσμα να είμαι ανοιχτή μαζί του. Από ένα σημείο και μετά, με εμπιστεύτηκε. Το καλύτερο κομπλιμέντο που ένιωσα από εκείνον ήταν στον μονόλογο της Κλυταιμνήστρας, στην “Ηλέκτρα”. Απείχα μόλις ένα μέτρο από τον Κουν και τον είδα να του πέφτει η κάφτρα από το χέρι… Είχε ξεχάσει να σβήσει το τσιγάρο και να πάρει το επόμενο -είχε ξεχαστεί κι εκείνος. όπως είχα ξεχαστεί».

Φωτογραφία: Παναγιώτης Μάλλιαρης

Στο θέατρο υπήρχαν φάσεις που ένιωθα ότι δεν κάνω καμία θυσία κι ότι δεν ζω εκτός θεάτρου. Από το ΄77 δεν έχω κάνει διακοπές, μπάνια… Όταν παίζω έναν ρόλο δε, βλέπω την θάλασσα με το κυάλι. Ήταν τέτοιος ο εφιάλτης να είσαι στη σκηνή και να μην μπορείς να φτάσεις εκεί που ξέρεις ότι μπορείς… Άλλοτε είμαι απόλυτα δοσμένη και άλλοτε αναρωτιέμαι “είμαι ηθοποιός;” “είναι ο δρόμος μου το θέατρο;”. Τίποτα δεν είναι δεδομένο, παρ΄ όλο που νιώθω ότι το θέατρο είναι ο πιο ωραίος τόπος του κόσμου, από τους πιο ελεύθερους και πιο αξιοκρατικούς -ακόμα. Γιατί αυτός που τα λέει, δεν κρύβεται.

Πρωτίστως, όμως, είναι η τέχνη, το αρχαίο δράμα, κυρίως, αλλά όχι μόνον. Αυτές οι στιγμές αιώρησης όπου εσύ, μέσα από την επαφή και την υπέρβαση, επικοινωνείς με κάτι που σε ξεπερνά. Αυτές οι σπάνιες, μαγικές, στιγμές, που δεν τις ξεχνάς ποτέ. Σαν να κοινωνείς με την αθανασία, να νικάς τον θάνατο, για λίγο. Και μαζί σου το κοινό. Όλη μου η δουλειά στο θέατρο, η αναζήτηση, η έρευνα ξεκίνησε από μια εμπειρία που είχα στη σχολή, έναν αυτοσχεδιασμό, με τον δάσκαλό μου τον Στρατή Καρρά στον “Οιδίποδα”. Διάλεξα την Ιοκάστη πριν κρεμαστεί. Μου βγήκε ένας χορός, ιδιαίτερος, ένα ενεργειακό πράγμα από το σώμα μου. Εκεί φώτισε ένας φάρος που μου άνοιξε τον δρόμο. Ρώτησα τότε τον δάσκαλό μου πως μπορώ αυτό που ένιωσα να το ξανακάνω. Μετά από παύση μεγάλη μου είπε ότι, αφού έγινε μια φορά μπορεί να ξαναγίνει…. Αυτό ήταν. Άρχισα να ψάχνω πώς μπορώ το τυχαίο να το κάνω σαν τεχνική. Το κατάφερα στην “Ηλέκτρα”, αφού είχα μαζέψει ψηφίδες από ό,τι είχα κάνει πριν. Ήταν ο πρώτος επώνυμος ρόλος μου.

Ο Χορν μου έλεγε ότι το θέατρο δεν είναι θέμα αλήθειας αλλά αυθεντικότητας.

Όταν παίξαμε στα αρχαία την “Ιφιγένεια εν Ταύροις” στο σχολείο ένιωσα μια πολύ σπάνια εμπειρία: Ότι εγώ βρίσκομαι στο σπίτι μου. Στην Επίδαυρο, νιώθω ότι είμαι στο σπίτι μου, δεν νιώθω κανέναν φόβο ή δέος παρ΄ όλο που ξέρω την αξία του και τις απαιτήσεις του –είναι ένα θηρίο. Σαν ένα κομμάτι από το DNA μου να συνδέεται απευθείας μ΄ αυτόν τον χώρο.

Στο Εθνικό επέστρεψα όταν το ανέλαβε ο Νίκος Κούρκουλος. Με κάλεσε όταν θέλησε να ξαναβγάλει το Εθνικό στην Αμερική. Του πρότεινα την “Ηλέκτρα”, μου είπε και να τη σκηνοθετήσω. Από τότε τον αγάπησα πολύ, τον εκτίμησα, με εκτίμησε κι εκείνος. Ο Κούρκουλος είχε μπέσα, τον εμπιστευόσουν. Όπως βαρύ, στιβαρό ήταν το χέρι του όταν στο έδινε, έτσι ένοιωθες μαζί του, ασφαλής.

Στο θέατρο χαίρομαι, όταν είμαστε παρέα, σαν τα παιδιά. Χαίρομαι που ασχολούμαστε με σπουδαία κείμενα που σε μαγεύουν, που σε κάνουν να νιώθεις ευτυχισμένος. Σου δίνει τη δυνατότητα να κάνεις εσωτερικά πνευματικά και ψυχικά άλματα, τεράστια, τα οποία αλλού δεν έχεις τη δυνατότητα. Οπότε, δεν έχεις παρά να είσαι τολμηρός και να βουτήξεις. Κι εγώ βουτάω.

Ο Χορν μου έλεγε ότι το θέατρο δεν είναι θέμα αλήθειας, αλλά αυθεντικότητας

Νομίζω πως είμαι τολμηρή σαν άνθρωπος, χωρίς ψευτοπαλληκαριές, γιατί πρέπει να προστατεύω τον εαυτό μου. Μου δόθηκε ένα χάρισμα, πρέπει να το προσέχω. Δεν θα κακοποιήσω ούτε το σώμα ούτε τη φωνή μου. Και είμαι έτοιμη να αρχίσω πάλι από την αρχή. Δεν μου αρέσει να επαναλαμβάνομαι, να μένω στις δόξες μου… Ποτέ δεν αναρωτήθηκα, και σκηνοθέτης όταν έγινα -η σκηνοθεσία είναι ανδροκρατούμενη-, ότι έπρεπε να αποδείξω κάτι. Ίσως γιατί είμαι μαχητική, πεισματάρα, αποφασιστική.

Πολύ νωρίς κατάλαβα ότι ο κίνδυνος για τη γυναίκα, την ισότητα, την εξέλιξή της, είναι μπει στην παγίδα και να χρησιμοποιήσει τα όπλα του άνδρα για να επιβληθεί. Ήθελα να χρησιμοποιώ τις γυναικείες αρετές, την πειθώ, τον εναγκαλισμό, ότι είμαστε όλοι μαζί κι ο καθένας κάνει αυτό που του αναλογεί, για τον κοινό στόχο. Αλλιώς δεν θα κερδίσουμε αυτό που πρέπει.

Δεν μου αρέσει ο φόβος, δεν μου αρέσει να τον καλλιεργώ, ούτε όταν διδάσκω ούτε στη σκηνοθεσία. Είναι όμως κάποιες στιγμές, χάριν της ομάδας, που όταν κάποιος καταχράται της ελευθερίας που του δίνεται και διακινδυνεύει την ομαλή λειτουργία, οφείλεις να βάλεις μέτρα. Στη σκηνοθεσία φροντίζω από νωρίς να δείξω τον δρόμο, να μοιραστούν όλοι το όραμά μου και ο καθένας να μου προτείνει ό,τι μπορεί. Δεν αφήνω τα πράγματα στην τύχη. Νομίζω ότι μέχρι τώρα δεν έχω έρθει σε σύγκρουση, δεν έχω τσακωθεί.

Ίσως επειδή ήμουν παιδί ενός διαλυμένου σπιτιού, είχε απομυθοποιηθεί πολύ νωρίς η ιστορία μιας κλασικής οικογενειακής ζωής. Δεν την υποτιμώ, αλλά μου φαινόταν δύσκολο, μακρινό. Δεν το είχα συνηθίσει. Από την άλλη αισθανόμουν την ανάγκη να είμαι ελεύθερη –ως καλλιτέχνης. Και δεν είναι τυχαίο ότι ο γάμος μου ήταν με έναν καλλιτέχνη, γιατί κι εκείνος το ίδιο αναζητούσε. Ξέρεις τι είναι να ακούς τον Τάκη τον Φαραζή να παίζει μουσική; Μείναμε παντρεμένοι αρκετά χρόνια, χωρίσαμε, είμαστε φίλοι. Όχι, δεν μου έλειψε καθόλου το άλλο σχήμα, της οικογένειας.

Μ΄ αρέσουν τα παιδιά, τα λατρεύω, και μέχρι κάποια φάση ήθελα να κάνω πολλά. Δεν το έφερε όμως η ζωή κι όταν κατάλαβα πως, για να κάνω παιδιά, πρέπει να κάνω πράγματα που και τη ζωή μου θα υποσκάψουν και του παιδιού ή θα μπω σε παράνομο κύκλωμα υιοθεσίας, που δεν ήθελα, έκανα πίσω. Είπα ότι όλα τα παιδιά είναι παιδιά μου. Δεν πειράζει αν δεν κάνω παιδί –αυτός είναι ο δρόμος μου, το μονοπάτι μου».

Η Λυδία Κονιόρδου στα γυρίσματα της «Γης της Ελιάς»

«Η πολιτική ήταν μέσα στη ζωή μου από πολύ νωρίς. Στο σχολείο αισθάνθηκα την ανισότητα ανάμεσα σε αυτούς που έχουν και σε αυτούς που δεν έχουν. Επειδή υπήρχαν και μαθητές από κληροδοτήματα δίπλα σε παιδιά αστικών οικογενειών, εφοπλιστών, μεγαλοπολιτικών, αισθάνθηκα ότι υπάρχει μια αδικία. Αντανακλούσε και σε μένα. Ημουν παιδί από πολύ φτωχή οικογένεια -ο πατέρας μου πλήρωνε το καλό σχολείο. Αυτό δημιουργούσε μια σύγκρουση μέσα μου, την οποία έπρεπε να διαχειριστώ. Στην πρώτη δημοτικού, επειδή η μητέρα μου δεν είχε λεφτά να αγοράσει τα ειδικά τετράδια που ζητούσε το συγκεκριμένο σχολείο, πήρε τα φτηνά του χαρτοπωλείου. Τιμωρήθηκα με ένα είδος διαπόμπευσης… Καριφτσώθηκε στην πλάτη μου το λάθος τετράδιο και με έβγαλαν στον διάδρομο, πλάτη, με το πρόσωπο κολλημένο στην πόρτα, να με βλέπουν οι άλλοι. Ήμουν μικρή, όμως και το έκανα πλάκα με τους συμμαθητές μου. Ένιωσα όμως αυτό που λέει ο Χειμωνάς “μέσα μου η ψυχή μου καρφώθηκε”. Κι εκεί αισθάνθηκα ότι εγώ θα υποστηρίζω αυτούς που δεν έχουν να πάρουν το ακριβό τετράδιο…».

«Μετά, πρόεδρος της τάξης, είχαμε τη συζήτηση να βγάλουμε ή όχι την ποδιά, ως φασιστικό κατάλοιπο και προοδευτική κίνηση. Εγώ, βλέποντας ότι υπήρχαν και παιδιά πάμφτωχα, που ντρέπονταν για τα ρούχα τους, κι από την άλλη, παιδιά με τα σινιέ, υποστήριξα να μείνει η ποδιά. Για να μην χωρίσουμε ταξικά, για να μην υπάρξει τραυματισμός κάποιων ψυχών. Το επιχείρημά μου έπιασε…

Αυτό ήταν ένα βήμα πολιτικής συνειδητοποίησης με την ευρύτερη έννοια. Και μετά ήταν, φυσικά, το Πολυτεχνείο, όπου έπρεπε να πάρεις θέση, δεν μπορούσες να σωπαίνεις. Εντάχθηκα σε σπουδαστικές ομάδες, αλλά όταν άρχισαν να τσακώνονται και να αποκαλούν ο ένας τον άλλον προδότη, αποχώρησα. Μετά ήμουν ανένταχτη, πάντα στον προοδευτικό χώρο. Ήρθαν οι Πράσινοι, με κάλεσαν να συμπράξω, το αποδέχτηκα. Γιατί το έβλεπα να έρχεται αυτό που ζούμε τώρα, γιατί παρατηρώ τα φυτά και βλέπω τα σημάδια –κι ας σε θεωρούν γραφικό κι ας σε κοροϊδεύουν».

Η Λυδία Κονιόρδου στα γυρίσματα της «Γης της Ελιάς» με τον Ανδρέα Γεωργίου

«Το καλοκαίρι αυτό ήταν για μένα μια οδυνηρή περίοδος, που μόνο με διαρκές πένθος μπορώ να τη χαρακτηρίσω.

Εκτός από τη διάλυση που έφερε η πανδημία, με την πυρκαγιά στην Β. Εύβοια καταστράφηκε ένα φωτεινό και εντυπωσιακό για την Ελλάδα μοντέλο “πολιτισμού”. Η φύση, επίγειος παράδεισος, ο άνθρωπος και τα ζώα να συνυπάρχουν αρμονικά. Το μεγαλύτερο μέρος της ρητινοπαραγωγής, όπως και πάνω από τη μισή παραγωγή μελιού, παραγόταν εκεί. Εκτός από το λάδι, κτηνοτροφικά, βιολογικές καλλιέργειες, υλοτομία και πολλά άλλα. Ήπιος ποιοτικός τουρισμός, θεματικός 12 μηνών, σεμινάρια. Όλα αυτά καταστράφηκαν. Όπως παλιότερα ο πολιτισμός της Κάρλας με την αδιανόητη αποξήρανση.

Δεν είναι μόνο τα δέντρα και οι περιουσίες. Είναι ένας βιώσιμος τρόπος συνύπαρξης με τη φύση, που αρμόζει στην κλίμακα της Ελλάδας και αναδεικνύει μοναδικά τα συγκριτικά της πλεονεκτήματα. Είναι, ακόμα, ένας παγκόσμιος οδηγός που προσέφερε ο τόπος μας για την σωτηρία του πλανήτη. Αυτό όλο χάθηκε. Το έφαγε το σκοτάδι. Και ο πρόσφατος νόμος που ακυρώνει το δασολόγιο και την καταγραφή των δασών, δίνει το πράσινο φως να καεί και να καταπατηθεί ό,τι έχει μείνει.

Ουδείς αναντικατάστατος λένε. Ο Μίκης όμως είναι.

Το πένθος συνάντησε και την απώλεια του Μίκη. Ουδείς αναντικατάστατος λένε. Ο Μίκης όμως είναι.

Εκτός από μουσική ιδιοφυΐα με παγκόσμια εμβέλεια, κάνοντας το τοπικό διεθνές, έδωσε φωνή σε μια γονατισμένη από τον πόλεμο και τον εμφύλιο κοινωνία, έδωσε ανάταση σε μια ηττημένη και προδομένη αριστερά που αντιστάθηκε με κόστος στον φασισμό, την αδικία και την διαφθορά.

Ήταν στα χρόνια της χούντας η αντίσταση στον φασισμό, όταν κρυφά τραγουδούσαμε τα απαγορευμένα του τραγούδια. Τραγούδια που έβαζαν στο στόμα μας τις λέξεις της μεγάλης ποιητικής μας παράδοσης.

Καθώς με τον Μίκη αποχαιρετώ αυτήν την Ελλάδα που ήξερα, το μόνο που μπορώ να πω είναι: “Μίκη, ο τόπος αυτός αλλά και ο κόσμος όλος βαθιά θα σε ευγνωμονεί. Καλό ταξίδι. Είθε η νέα γενιά να κρατήσει την φλόγα σου αναμμένη, σ΄ αυτούς τους τόσο δύσκολους καιρούς”.

«Μια μέρα θα στο πω

το μαύρο παραμύθι εκείνο.

Το μαύρο μυστικό

Που κλαίει μες τ’ άσπρο κρίνο

Κι ω τότε, τότε!»

Γιάννης Θεοδωράκης

«Από τους Πράσινους με κάλεσαν στον ΣΥΡΙΖΑ. Μου πρότειναν το Επικρατείας. Μετά με κάλεσε ο Αλέξης Τσίπρας να αναλάβω το υπουργείο Πολιτισμού. Όχι, δεν δυσκολεύτηκα να το αποδεχτώ, είπα αμέσως ναι, χωρίς δεύτερη σκέψη. Και δεν μετάνιωσα. Πάντα όταν επιλέγεις κάτι έχεις ένα τίμημα. Εγώ αισθάνθηκα ότι, έκανα ότι έπρεπε να κάνω, το καθήκον μου. Δεν λειτουργώ με τον φόβο, κάνω αυτό που πιστεύω σωστό, δεν κρατάω πισινές. Δεν είμαι από αυτούς που το βουλώνουν για να τα έχουν με όλους καλά. Και κοιμάμαι ήσυχα το βράδυ.

Δεν είναι λίγα τα θερισμένα στάχια που μετράω στο υπουργείο, παρ΄ όλο που ήμουν άπειρη σαν πολιτικός. Ούτε πονηρή ήμουν. Αλλά μέσα από το “δουλεύουμε όλοι μαζί κι ο καθένας κάνει ό,τι μπορεί” -και με αυτό που έλεγε ο Ηλιού “τους πεθαίνουμε στην νομιμότητα”- πορεύτηκα. Και έγιναν πράγματα για τα οποία χαίρομαι –τώρα, για παράδειγμα που πήρε το βραβείο της Europa Nostra το Γεφύρι της Πλάκας, το χάρηκα πολύ».

Φωτογραφία: Παναγιώτης Μάλλαρης

«Αν μου το αναγνώρισαν; Η πολιτική είναι δύσκολος χώρος, είναι λίγο ο θάνατός σου η ζωή μου. Είμαστε και μικρό χωριό, διαγκωνίζονται όλοι για λίγες θέσεις, υπάρχει μια σκοπιμότητα πίσω από τα πράγματα, μια διπλωματία. Δεν ξέρω αν κάποιος θα βγει δημόσια να το πει –τώρα τουλάχιστον. Στο θέατρο το συνάφι μου νομίζω το ξέρει –ξαναέφερα τις επιχορηγήσεις, έδωσα μεγάλη μάχη για το Θεατρικό Μουσείο και εξασφάλισα τον χώρο, παρέμεινε και συνεχίζει το Δίκτυο Αρχαίου Δράματος.

Δεν είμαι πολιτικός ούτε θέλω να γίνω. Είμαι εκεί όταν νοιώθω ότι μπορώ να βοηθήσω -παραμένει ανοιχτό για μένα. Τώρα όμως είμαι στη φάση που σκάβω για να βρω ξανά την τέχνη μου, γιατί την άφησα και της οφείλω την επιστροφή».

Φωτογραφία: Παναγιώτης Μάλλαρης

«Οι καταγγελίες; Για όλα τα πράγματα έρχεται η στιγμή που πρέπει να βγουν στο φως. Ηταν ένα απόστημα, έπρεπε να σπάσει κι έσπασε. Βεβαίως μέσα σ΄ αυτό έχει και την θεραπεία του και τις ακρότητές του. Το θέατρο κρύβει ό,τι κρύβει όλη η κοινωνία: Υποκρισία, αρρώστια, διαφθορά, διαπλοκή, ιδιοτέλεια. Με τον ίδιο ακριβώς τρόπο. Απλώς το θέατρο είναι μια βιτρίνα -το βλέπουν όλοι.

Θυμάμαι όταν ήμουν μικρή και πήγαινα με την γιαγιά μου στο Σινεάκ, κι ας με έβαζε να καθίσω άκρη-άκρη, χέρια άπλωναν από παντού –ήταν ο εφιάλτης μου. Δεν τολμούσα να της το πω αλλά μόνο ταινία δεν έβλεπα. Υστερα θυμάμαι τα πρόστυχα σχόλια στον δρόμο. Αργότερα κάποιος μου επετέθη έξω από το σπίτι μου για να με βιάσει και το μόνο που κατάφερα ήταν να ουρλιάξω. Με άκουσαν τα σκυλιά κι άρχισαν να γαβγίζουν. Φοβήθηκε κι έφυγε. Τα σκυλιά με έσωσαν».

Στην «Γη της ελιάς»

«Τηλεόραση έχω ξανακάνει, το 1988, “Το Φάντασμα” του Γιάννη Διαμαντόπουλου. Παίζαμε τότε τον ”Θείο Βάνια” με τον Λευτέρη (σ.σ. Βογιατζή). Κι είπα ότι δεν θα ξανακάνω ποτέ θέατρο και τηλεόραση μαζί -κόντεψα να πεθάνω. Δεν ξανάκανα τηλεόραση, μόνο θέατρο. Με είχε πάρει ο Κουτσομύτης για τις “Μάγισσες της Σμύρνης”, δεν μπορούσα. Ακόμα και τον ρόλο στον “Μελισσοκόμο” του Αγγελόπουλου αρνήθηκα –ήμουν στον Κουν, δεν άντεχα να τον στεναχωρήσω. Στο Τέχνης ήταν άγραφος νόμος. Και ο Κουν ήταν στα τελευταία του, δεν μπορούσα να τον προδώσω.

Τώρα δεν ξέρω πώς έγινε. Υπάρχει κι αυτή η στροφή των ηθοποιών προς την τηλεόραση. Μια μέρα χτύπησε το τηλέφωνο –με πήρε ο Αντρέας Γεωργίου, δεν ήξερα ακριβώς ποιος είναι. Εμαθα μετά ότι είναι μια σοβαρή εταιρεία παραγωγής. Μπορούσα να τους εμπιστευτώ. Ομολογώ όμως ότι είχα αρχίσει να σκέφτομαι την κάμερα για να κάνω αυτή τη λεπτή δουλειά με το βλέμμα.

Στη “Γη της ελιάς” έχω έναν χαρακτηριστικό ρόλο, μια γυναίκα στραμμένη στο καλό –είμαι ξαδέλφη της Αντζελας Γκερέκου. Κάνω συσσίτια, ταΐζω τους άστεγους. Είμαι Αθηναία που πήγε στην Μάνη, την αγάπησε. Γεωπόνος, οικολόγος, με βιοκαλλιέργειες -εγώ δηλαδή».

Η Λυδία Κονιόρδου, η Μάρω Κοντού και η Άντζελα Γκερέκου πρωταγωνιστούν στη «Γη της Ελιάς»

«Εμένα η δουλειά μου είναι να δικαιώνω το κείμενο που αναλαμβάνω –ποτέ δεν κάνω συγκρίσεις. Είναι μια προδιαγραφή που διαχωρίζει το θέατρο: Υπάρχει ένα θέατρο που παίρνει ρίσκο, δεν προσπαθεί οπωσδήποτε να κάνει επιτυχία. Και το άλλο που στοχεύει στην επιτυχία –οικονομική, προσέλευσης. Πρέπει να υπάρχουν και τα δύο, γιατί το ένα τροφοδοτεί το άλλο. Εγώ μέχρι τώρα έκανα το πρώτο. Βλέπω όμως τώρα στην τηλεόραση ότι υπάρχει μια προσπάθεια για ένα καλλιτεχνικό αποτέλεσμα. Δεν είναι πρόχειρο, δεν είναι στο πόδι. Υπάρχει μια φροντίδα, άνθρωποι μερακλήδες, κεφάτοι, κι αυτό μ΄ αρέσει. Κάνουμε πρόβα πριν το γύρισμα, συζητάμε, θέλω να πιάνω το κλίμα, την ατμόσφαιρα. Εγώ δεν σνομπάρω κανένα είδος. Με ανανεώνει ότι δουλεύω για τον μικρόκοσμο της κάμερας. Μου δίνει καινούργιο κέφι, νέες προκλήσεις. Δεν πάω στην μανιέρα μου, στα εύκολα μονοπάτια. Οταν πρωτοπήγα στα γυρίσματα μου έλεγαν πως περίμεναν να δουν την τραγωδό. Μετά γνωριστήκαμε και γίναμε παρέα».

Η «Γη της ελιάς» προβάλλεται καθημερινά από το Mega (21:00)

Πηγή:https://www.bovary.gr/faces/oramatistes/lydia-koniordoy-synenteyxi-bovary?utm_medium=Social&utm_source=Facebook#Echobox=1634827607