
Του Αλέξανδρου Καραγιάννη
Ξάπλωσα παίρνοντας για να ξαναδιαβάσω το αριστούργημα του Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες «Εκατό χρόνια μοναξιά», που όταν το πρωτοδιάβασα, μόλις είχε εκδοθεί στην Ελλάδα, με συνάρπασε τόσο που στην πρώτη λευκή σελίδα έγραψα: «Ένα βιβλίο που διαβάζεται και με τις πέντε αισθήσεις μαζί ». Το άνοιξα και διάβασα την πρώτη-πρώτη φράση της αρχής: «Πολλά χρόνια μετά, μπροστά στο εκτελεστικό απόσπασμα, ο συνταγματάρχης Αουρελιάνο Μπουενδία θα έφερνε στον νου του….».Το έκλεισα, κρατώντας το στα χέρια μου, γιατί αμέσως ξαναθυμήθηκα πως και εγώ κάποτε βρέθηκα μπροστά σε ένα εκτελεστικό απόσπασμα και δεν ήμουν…συνταγματάρχης, ήμουν ένας έφηβος μαθητής. Το έκλεισα και έφερα στο νου μου…..
Χαράματα της 16 Νοεμβρίου 1943, μια ισχυρή μονάδα Γερμανών Ες Ες επέδραμε και κύκλωσε το χωριό Κανάλια Μαγνησίας. Σκότωσαν όσους αποπειράθηκαν να διαφύγουν και συνέλαβαν πενήντα δυο άνδρες, μεταξύ των οποίων ήμουν και εγώ, έφηβος, μαθητής γυμνασίου.
Μας οδήγησαν έξω από το χωριό, στην θέση “Αεράνη” και εκεί μας παράταξαν σε μια σειρά στο χείλος μιας τάφρου. Απέναντί μας, σε απόσταση δέκα περίπου μέτρων έστησαν δύο πολυβόλα με τους σκοπευτές που μας στόχευαν και ανάμεσα τους ήταν ένας αξιωματικός. Κατάλαβα ότι ήταν το εκτελεστικό απόσπασμα. Αισθάνθηκα ότι θα μας σκότωναν. Εγώ, εφαρμόζοντας την συμβουλή του παππού μου, που μου είχε δώσει την στιγμή που με συνελάμβαναν, κατάφερα να σταθώ στη μέση της σειράς για να πέσω αμέσως κάτω μόλις θα έβλεπα λάμψη στην κάνη του πολυβόλου και ακίνητος να κάνω τον πεθαμένο. Από εκείνη την στιγμή ένιωθα τον χρόνο να διαστέλλεται συνεχώς. Άκουγα τα κλάματα και τις ικεσίες των άλλων μελλοθανάτων, τα άκουγα υπόκωφα, σαν να έρχονταν από πολύ μακριά και δεν με αφορούσαν. Δεν είχα κανένα συναίσθημα. Δεν σκεπτόμουν κανέναν. Ήμουν ολόκληρος μόνον ένα ένστικτο. Ήμουν το απόλυτο εγώ. Τίποτε άλλο. Με τα μάτια μου καρφωμένα στο στόμιο της κάνης περίμενα να ιδώ την λάμψη για να πέσω αμέσως κάτω. Και ο χρόνος συνέχισε να διαστέλλεται. Την στιγμή που οι στρατιώτες που μας έβαλαν στη σειρά αποχωρούσαν για να ακολουθήσει το παράγγελμα του πολυβολισμού, ακούσθηκε μια δυνατή προσταγή από ένα αυτοκίνητο που μόλις κατέφθασε. Με το άκουσμα της προσταγής, ο επικεφαλής του εκτελεστικού αποσπάσματος πήρε στάση προσοχής, γιατί από το αυτοκίνητο βγήκε ο διοικητής της μονάδας, ο οποίος φαίνεται ότι ακύρωσε την εκτέλεση. Δεν ένιωσα τίποτε άλλο παρά μόνον τον χρόνο να συστέλλεται ακαριαίως για να επανέλθει εκεί που έπρεπε να είναι. Από την στιγμή που αντίκρισα τις κάνες των πολυβόλων μέχρι την στιγμή που άκουσα την προσταγή του Γερμανού διοικητή ,αισθάνθηκα ότι πέρασαν δυο ώρες τουλάχιστον, ενώ είχαν περάσει λίγα λεπτά. Δεν ξέρω γιατί. Ίσως γιατί ήμουν ακόμη παιδί. Επιζήσαμε για την ώρα. Δεν μας εκτέλεσαν προφανώς για τον λόγο ότι δεν πειράχθηκε κανένας Γερμανός και ότι στο χωριό δεν βρέθηκαν όπλα ή πυρομαχικά. Επιζήσαμε για την ώρα, αλλά μας μετέφεραν σε στρατόπεδο συγκέντρωσης όπου μας κρατούσαν, ως όμοιρους-απόθεμα σε πρώτη ζήτηση, να μας εκτελέσουν για αντίποινα σε περίπτωση που θα φονεύονταν έστω και ένας Γερμανός στρατιώτης στην περιοχή του νομού. Πάντως, δεν χρειάσθηκε να εφαρμόσω την συμβουλή του παππού μου.
Τα επακολουθήσαντα είναι μια άλλη ιστορία. Ξαναγύρισα στην ανάγνωση του Μάρκες (το βιβλίο το διάβαζα για τρίτη φορά), ξέχασα το εκτελεστικό απόσπασμα, βυθίστηκα στη γοητεία του λόγου του, αλλά πριν φτάσω στην ανάληψη της ωραίας Ρεμέδιος στον ουρανό, με πήρε ο ύπνος. Σπάνια αναθυμάμαι αυτές τις στιγμές, τις λίγες τεράστιες στιγμές που έζησα στην εφηβεία μου, Έχουν πια ξεθωριάσει, έχουν σχεδόν χαθεί-πέρασαν τόσα χρόνια. Εχουν απομείνει στη μνήμη μου σαν απόμακρες σκιές, που τις φώτισε ξαφνικά ο Μάρκες με μια αναλαμπή από την πρώτη φράση του μαγευτικού βιβλίου του.
ΠΗΓΗ: Η Μαγνησία στο πέρασμα του χρόνου , FB
















