Του Χρήστου Πανάγος*

Η ολοένα επιδεινούμενη εικόνα της πανδημίας με το νέο κορονοιό παγκόσμια αλλά και στον τόπο μας, φέρνει στην επιφάνεια την αναγκαιότητα για όλο και περισσότερους εργαστηριακούς ελέγχους.
Ως εκ τούτου τίθεται συχνά το ερώτημα πότε κάποιος να υποβληθεί σε COVID TEST.
Σε εργαστηριακό έλεγχο λοιπόν υποβάλλονται όσοι είχαν «στενή επαφή» με επιβεβαιωμένο κρούσμα (οικογένεια, άμεση σωματική επαφή, επαφή με εκκρίσεις, στενή επαφή για πάνω από 15 λεπτά και λιγότερο από 2 μέτρα, υγειονομικοί και συνταξιδιώτες).
Ο χρόνος ελέγχου αυτών είναι σε άμεση συνάρτηση με το χρόνο επώασης του ιού. Δεδομένου του γεγονότος ότι ο χρόνος επώασης είναι 5-7 μέρες είναι σκόπιμο και ο έλεγχος να γίνεται 5η με 7η μέρα από τη μέρα επαφής. Σε αυτό το διάστημα έχει φανεί στις μελέτες ότι τον αναπτύσσει το 95-98% του πληθυσμού. Το μικρό υπόλοιπο θα έχει θετικοποιηθεί μέχρι την 14η μέρα μετά από την τελευταία ημερομηνία έκθεσης τους. Μέχρι τότε συστήνεται παρακολούθηση και σε μεγάλη κλινική υποψία επανέλεγχος.
Σημαντικό είναι να τονιστεί εδώ ότι τη μέγιστη μεταδοτικότητα παρουσιάζουν οι συμπτωματικοί ασθενείς. Να μην ξεχνάμε όμως ότι μεταδοτικοί έχει αποδειχθεί ότι είναι και οι προσυμπτωματικοί αλλά και οι αυμπτωματικοί σε μικρότερο ποσοστό.
Όσον αφορά τους τρόπους ελέγχου του κορονοϊού, φαίνεται ότι η ανίχνευση του γονιδιώματος του ιού σε ρινικό-στοματοφαρυγγικο επίχρισμα με τη μέθοδο της PCR είναι επιστημονικά ξεκάθαρα επικρατέστερη του Rapid test και των αντισωμάτων.
Τελευταία έχει αυξηθεί η προσβασιμότητα στη μέθοδο αυτή και σε συνδυασμό με το χαμηλό κόστος σε σχέση με το παρελθόν, την καθιστούν εξέταση εκλογής

*ΠΑΝΑΓΟΣ ΧΡΗΣΤΟΣ
ΕΙΔΙΚΟΣ ΠΑΘΟΛΟΓΟΣ
ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΠΑΘΟΛΟΓΙΚΟΥ ΤΟΜΕΑ ΚΛΙΝΙΚΗΣ ΕΛΠΙΣ