του Ηλία Ξηρακιά
πολιτικού μηχνικού

Η χώρα μας, ανάμεσα στα πολλά αρνητικά πρωτεία που κατέχει εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης, συγκαταλέγεται και στη λίστα με τον υπερβολικό αριθμό δημοσκοπήσεων. Τον τελευταίο χρόνο —από τα μέσα του 2025 έως σήμερα— έχουν παρουσιαστεί στα μέσα ενημέρωσης περίπου εκατό (100) δημοσκοπήσεις.
Την ίδια στιγμή, σε χώρες όπως η Γερμανία, η Γαλλία και η Ολλανδία, ο αντίστοιχος αριθμός κυμαίνεται από μία (1) έως τρεις (3) τον μήνα. Αυτή η «υπερπαραγωγή» εύλογα καλλιεργεί δυσπιστία στους πολίτες δημιουργώντας την εντύπωση ότι ορισμένες από αυτές λειτουργούν περισσότερο ως εργαλεία επηρεασμού της κοινής γνώμης.
Η «εικόνα της στιγμής» που καταγράφουν οι περισσότερες έρευνες είναι σχεδόν ταυτόσημη, τόσο στα ποιοτικά στοιχεία όσο και στην πρόθεση ψήφου όσων ανταποκρίνονται. Δείχνουν ένα πολιτικό σύστημα κατακερματισμένο, με πρώτο κόμμα τη Νέα Δημοκρατία με ποσοστά 20–25% και τους υπόλοιπους πολιτικούς σχηματισμούς κάτω από το 15%. Στα ποιοτικά στοιχεία η εικόνα είναι ακόμη πιο ανησυχητική: οι αξιολογήσεις των πολιτών για το πολιτικό σύστημα, τους θεσμούς, την οικονομία και την ποιότητα ζωής είναι συντριπτικά αρνητικές.
Η δυσπιστία προς το κράτος δικαίου, για παράδειγμα, αγγίζει το 80% — ένα ποσοστό που, από μόνο του, υπονομεύει τη θεμελιώδη σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ κράτους και κοινωνίας.Πέρα όμως από τις δημοσκοπήσεις, υπάρχουν και τα αντικειμενικά δεδομένα, όπως καταγράφονται από την Ελληνική Στατιστική Αρχή και τη Eurostat.
Η ακρίβεια, το κόστος ζωής, η ενεργειακή επιβάρυνση και η αγοραστική δύναμη των Ελλήνων κατατάσσονται στις χαμηλότερες θέσεις της Ευρώπης, με τη χώρα να συγκρίνεται πλέον μόνο με τη Βουλγαρία. Παράλληλα, εναρμονισμένες πρακτικές στην αγορά ενέργειας, στο τραπεζικό σύστημα και στο λιανεμπόριο τροφίμων διαβρώνουν περαιτέρω το ήδη περιορισμένο εισόδημα της πλειοψηφίας. Σκάνδαλα όπως οι υποκλοπές, οι απευθείας αναθέσεις, η διαχείριση της τραγωδίας των Τεμπών και η κατασπατάληση αγροτικών ενισχύσεων συμπληρώνουν μια εικόνα συστημικής δυσλειτουργίας μετά από επτά(7) χρόνια διακυβέρνησης Μητσοτάκη.
Την ίδια στιγμή, ο δημόσιος λόγος της αντιπολίτευσης για την ανατροπή αυτής της κατάστασης παραμένει απογοητευτικός.
Παρά τη γενικευμένη καταγγελία της κυβερνητικής πολιτικής, απουσιάζει μια πειστική, συγκροτημένη διέξοδος για τους πολίτες. Οι πολιτικές δυνάμεις εγκλωβίζονται σε μικροκομματικές αντιπαραθέσεις και διμέτωπες στρατηγικές, επιδιώκοντας οριακές εκλογικές ενισχύσεις, χωρίς να απαντούν στο κεντρικό ερώτημα της διακυβέρνησης. Η εμφάνιση νέων σχηματισμών δεν φαίνεται, μέχρι στιγμής, να μεταβάλλει ουσιαστικά τους συσχετισμούς, ενώ η ΝΔ διατηρεί προβάδισμα και σχεδιάζει διαδοχικές εκλογικές αναμετρήσεις μέχρι την επίτευξη αυτοδυναμίας.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, και ενώ η στρατηγική της ΝΔ είναι εμφανής, η στάση των κομμάτων της αντιπολίτευσης θυμίζει συχνά «ιδανικούς αυτόχειρες», οδηγούμενους σε μια προβλέψιμη ήττα. Και αυτό τη στιγμή που σχεδόν το 80% των πολιτών, όπως αποτυπώνεται στις έρευνες, αντιλαμβάνεται ότι “δεν είναι στραβός ο γιαλός, στραβά αρμενίζει η σημερινή κυβέρνηση”.
Όποιος τολμήσει να θέσει το αυτονόητο —την ανάγκη δηλαδή για διαύλους επικοινωνίας και προγραμματική σύγκλιση μεταξύ των προοδευτικών δυνάμεων— συχνά αντιμετωπίζεται με καχυποψία ή και επιθετικότητα από κομματικούς μηχανισμούς, οι οποίοι καλλιεργούν την αυταπάτη μιας αυτόνομης εκλογικής εκτίναξης.
Η ιστορική εμπειρία, ωστόσο, δείχνει διαφορετικά. Πολιτικές συνεργασίες, ακόμη και σε δύσκολες συγκυρίες, υπήρξαν εφικτές και απέδωσαν καρπούς σε κρίσιμες στιγμές όπως έκανε το ΠΑΣΟΚ το ‘93 στις μονοεδρικές και στις αυτοδιοικητικές του ‘94 παρά του ότι είχε προηγηθεί η παραπομπή του Α. Παπανδρέου του ‘89.
Η αυτόνομη πορεία κάθε κόμματος είναι θεμιτή και αναγκαία, αλλά δεν μπορεί να μετατρέπεται σε άλλοθι αδράνειας απέναντι σε μια διαφαινόμενη πολιτική κυριαρχία.Η ανάγκη για μια εναλλακτική, προοδευτική πρόταση διακυβέρνησης είναι πλέον επιτακτική. Ένας ουσιαστικός προγραμματικός διάλογος, με σαφείς στόχους και δεσμεύσεις, οφείλει να ξεκινήσει άμεσα. Προϋπόθεση για την αξιοπιστία του είναι και μια ξεκάθαρη συμφωνία ως προς τη στάση των δυνάμεων αυτών σε ενδεχόμενες επαναληπτικές εκλογές. Το κόμμα που θα αναδειχθεί ισχυρότερο εντός αυτής της προγραμματικής σύγκλισης θα πρέπει να έχει και την ευθύνη πρότασης για την ηγεσία της επόμενης κυβέρνησης.Διαφορετικά, ο κατακερματισμός δεν θα αποτελεί απλώς αδυναμία — θα συνιστά επιλογή ήττας.
















