Πότε έφτασε σ’ αυτό το ακρωτήρι δεν γνωρίζω.
χάμου ήταν μια θάλασσα ξερή γεμάτη πέτρες
και πάνω πολυέλαιος
ότι ο κόσμος είναι μια μεγάλη εκκλησιά
που δεν το ξέρει.

Στην άκρη βούλιαζε αργά, ένα τσιπουράδικο παλιό
με μόστρες και ξερά τηγανισμένα σχέδια
ανθρώπων που είχαν πια πεθάνει
τα πέρναν τα παιδιά και παίζανε
τα βλέπαμε να βυθίζονται αργά μες στα νερά.

Εκεί καθότανε κι άνθρωποι παλιοί ασπρόμαυροι
που δεν νοιάζονταν για ήλιους και φθινόπωρα.
Στρίβαν τσιγάρα από κίτρινο χαρτί
με γράμματα παλιάς εφημερίδας
που γράφανε για φονικά πλημμύρες και πολέμους.

Κι ήταν λέει κι ένα μικρό αγόρι αμούστακο
που άκουγε τους ποιητές να λένε ιστορίες
Καθίσαμε μαζί στην άκρη του ονείρου
μες στη μεγάλη εκκλησιά κι από μακριά
φάνηκε η μάννα του παιδιού, η Μαρία.
Χαρήκαν τα μουστάκια των παλιών ανθρώπων.
στρώσανε τράπεζα με μόστρες και κρασιά
κι ένας πήρε την κιθάρα από ψηλά,
κι αρχίσαν τα τραγούδια της καρδιάς
αυτά που λένε μεταξύ τους τα βουνά
για να ξεσκάνε.

Όταν σκωθήκαμε ο ουρανός είχε ακουμπήσει χώμα
γύρισα δίπλα στο παιδί, το ρώτησα «που πάνε
τα φιλιά όταν οι άνθρωποι πεθάνουν»
δεν μου απάντησε μου έδειξε ένα ψάρι
επάνω του ακουμπούσαν πεταλούδες,
στοιχεία τρυφερά ενός άλλου σύμπαντος

Κι εμείς συνεχίζαμε σε εκείνο το θαμπό να τραγουδάμε
μια πεθαμένη αρραβωνιαστικιά , που δεν γνωρίσαμε
αυτή με το μαύρο το φουστάνι και τα ξανθά μαλλιά
αυτή που μύριζε πικραμύγδαλο και λύπη
από παλιά λιμάνια άγνωστα σε μας που ποντοπόρα
στέκονται μαραμένα περιμένοντας το κάργκο του θανάτου.
αυτή που αναλήφθηκε γλυκά εκεί
κάτω από τα μεγάλα πλατάνια του απογεύματος.

Και μου είπε τότε ο μικρός ότι χωρίς γυναίκα
δεν υπάρχουν ποιήματα αλλά ούτε και λέξεις
θα μας κατάπινε η σιωπή
τροφή θα είμαστε εκεί στου απογεύματος, τη θλίψη.

Κι ακούστηκε από μακριά από το πέλαγο μια ταραχή
ότι του άρρητου σημάδι είναι η τρικυμία.
Κι απόμεινα εκεί στο ακρωτήρι, μόνος
μην έχοντας στα χέρια τίποτα,
μήτε αναμονές μήτε και λέξεις μήτε και όνειρα
ένα παλιό τετράδιο άδειο γεμάτο σύννεφα
μαζί με θάνατο πολύ και πέτρα.

Και χάθηκα και γω κι η εκκλησιά
κι έμεινε το κύμα εκεί στο ακρωτήρι
να τραγουδάει στα βράχια μουσική παλιά
πως μια φορά μια σκιά εκεί στη ρίζα
ένα χωμάτινο σταμνί
επόνεσε πολύ και ονειρεύτη
Ν.Β.

Πηγή: FB



Προηγούμενο άρθρο95% η πληρότητα στο Πήλιο – Οι Έλληνες σώζουν τον Αύγουστο
Επόμενο άρθροΑύξηση του αριθμού των παιδιών μέσω ΕΣΠΑ στους παιδικούς σταθμούς – 2050 οφελούμενα παιδιά στη Θεσσαλία